Οδηγίες της Νυρεμβέργης
Παράγοντες διαμόρφωσης της γλωσσικής πολιτικής

Οι συνθήκες για την εκμάθηση ξένων γλωσσών σε μικρή ηλικία καθορίζονται σε σημαντικό βαθμό από τις πολιτικές αποφάσεις για ζητήματα εκπαίδευσης και γλώσσας που λαμβάνονται εκτός συγκεκριμένων τόπων εκμάθησης, δηλαδή έξω από τον παιδικό σταθμό, το νηπιαγωγείο και το δημοτικό σχολείο.

Ένα πλήθος ιδρυμάτων που ποικίλει από χώρα σε χώρα και διάφορες ομάδες συμφερόντων, καθορίζουν πότε θα αρχίσει η εκμάθηση της πρώτης ή της δεύτερης ξένης γλώσσας και πως θα διαμορφωθεί τελικά το ανάλογο διδακτικό πρόγραμμα. Φυσικά, ένας διεθνικός σύνδεσμος κρατών όπως η ΕΕ, με τους κανονισμούς που θεσπίζει για τη γλώσσα, μπορεί να επηρεάσει τη θέση και την ελκυστικότητα που θα έχει μια ξένη γλώσσα ως σχολικό μάθημα σ’ ένα εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα.

Επιπλέον, σημαντικό ρόλο παίζουν οργανώσεις που ασχολούνται με τις γλώσσες και προωθούν τη διδασκαλία τους, όπως σύλλογοι καθηγητών ξένων γλωσσών, επιστημονικοί φορείς και ιδρύματα, καθώς επίσης διεθνείς οργανώσεις διαμεσολάβησης, οι οποίες προσπαθούν με τις ειδικές γνώσεις που έχουν πάνω στο συγκεκριμένο αντικείμενο, να επηρεάσουν και να συνδιαμορφώσουν τις αποφάσεις των αρμοδίων πολιτικών [1].

Τόσο οι πολιτικοί όσο και οι επιστημονικοί φορείς πρέπει να εκπροσωπούν τα συμφέροντα των γλωσσικών ομάδων και των επαγγελματικών κλάδων που ασχολούνται με τη γλώσσα. Για το λόγο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, οι εκπαιδευτικοί [2], διδάσκοντες και λοιποί ειδικοί στον τομέα της εκμάθησης ξένων γλωσσών σε μικρή ηλικία να διατυπώνουν με σαφήνεια τα αιτήματά τους και να συμμετέχουν ενεργά σε σημαντικά ζητήματα που αφορούν στη γλωσσική πολιτική. Γι’ αυτό ενδείκνυται π.χ. η εγγραφή σε επιστημονικούς συλλόγους, η συμμετοχή σε δραστηριότητες που προωθούν την εκμάθηση της ξένης γλώσσας και η συμμετοχή σε επιμορφωτικά προγράμματα.
 

Οδηγίες:

Αν και οι συνθήκες που επικρατούν σε κάθε χώρα στον τομέα της εκμάθησης ξένων γλωσσών σε μικρή ηλικία είναι διαφορετικές, μπορούν να διατυπωθούν ορισμένες βασικές οδηγίες:

Οι λήπτες αποφάσεων  θα έπρεπε να διασφαλίζουν,

  • το σχεδιασμό ενός σαφούς και συνεκτικού εκπαιδευτικού προγράμματος για τις γλώσσες, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τις εθνικές και τοπικές ιδιαιτερότητες.
  • τη διατύπωση σαφών οδηγιών για την εφαρμογή της γλωσσικής πολιτικής και την προώθηση των γλωσσών.
  • την εξασφάλιση προϋποθέσεων και οικονομικών μέσων για την εκπαίδευση και την επιμόρφωση των διδασκόντων.
  •  τη δημοσιοποίηση των στόχων του μεταρρυθμιστικού προγράμματος στην κοινή γνώμη.
  • την ενεργό συμμετοχή των οργανώσεων που ασχολούνται με τις γλώσσες και προωθούν τη διδασκαλία τους στη λήψη αποφάσεων.
  • την εύκολη πρόσβαση σε προγράμματα εκμάθησης ξένων γλωσσών σε μικρή ηλικία,  αν είναι δυνατό για όλα τα παιδιά. 
Οι οργανώσεις που ασχολούνται με τις γλώσσες και προωθούν τη διδασκαλία τους θα έπρεπε:
  • να απαιτήσουν την ενεργό συμμετοχή τους στη λήψη σημαντικών αποφάσεων για την εκπαιδευτική πολιτική.
Ειδικευμένο εκπαιδευτικό προσωπικό, καθηγητές ξένων γλωσσών και λοιποί ειδικοί σε θέματα διδασκαλίας και εκμάθησης γλωσσών θα έπρεπε:
  • να εκφράσουν τα επαγγελματικά και επιστημονικά τους συμφέροντα και να συμβάλλουν με τις επιστημονικές τους γνώσεις, μέσω των συλλόγων που εκπροσωπούν τα συμφέροντά τους και των ειδικών εκπροσώπων τους, στις συζητήσεις για τη γλωσσική πολιτική.


Πηγές
[1] Βλ. Ammon (2003)
[2] άνδρες και γυναίκες